Η συγκεκριμένη φωτογραφία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο 5οτεύχος του πασίγνωστου περιοδικού National Geographic, τον Νοέμβριο του 1925. Συνόδευε το άρθρο «History’s Greatest Trek», γραμμένο από τον δημοσιογράφο Melville Chater, σε ενότητα που περιγράφει τις πορείες χιλιάδων χριστιανών προσφύγων στην Ανατολία. Κάτω από τη φωτογραφία αναγράφεται χαρακτηριστικά, «Christian refugees from Kharput to the sea». Φωτογράφος ήταν ο Αμερικανός ιεραπόστολος C. D. Morris, ο οποίος έδρασε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ιδιαίτερα στην περιοχή του Χαρπούτ.
Η εικόνα αυτή μέχρι σήμερα έχει ταυτιστεί με τους διωγμούς των Οθωμανών κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κάθε 19η του Μάη, συνοδεύει σχεδόν κάθε άρθρο (έντυπο ή ηλεκτρονικό) που σχετίζεται με την ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων. Μέσα στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, οι μορφές που εικονίζονται να περπατούν προς τον αφανισμό τους (ως μέλη των ταγμάτων εργασίας, τα γνωστά αμελέ ταμπουρού) είναι πέραν πάσης αμφιβολίας Μικρασιάτες Έλληνες. Κι όμως, όπως φαίνεται, δεν είναι.
Παρά το ότι στις περισσότερες περιγραφές της εικόνας υπάρχει η ασαφής αναφορά σε «Christian refugees», εντούτοις οι πλείστοι ιστορικοί τη συνδέουν με τους Αρμενίους, καθώς στο Χαρπούτ ζούσε πολυπληθής αρμενική κοινότητα (η μειοψηφία αποτελείτο από Σύριους χριστιανούς και Έλληνες). Αξίζει να αναφερθεί πως αντιθέτως, ο ιστορικός Τάσος Κωστόπουλος, υποστηρίζει πως οι εικονιζόμενοι είναι Έλληνες Πόντιοι κι όχι Αρμένιοι.
Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη φωτογραφία είναι αδιάψευστος μάρτυρας της κτηνωδίας και της οργανωμένης εξολόθρευσης των μειονοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Βρήκαμε ένα πτώμα φουσκωμένο, μαύρο, μισοφαγωμένο απ’ τα τσακάλια. Παρακάτω βρήκαμε κι άλλα τέτοια λέσια. Τα μυριζόμαστε στον αγέρα.
- Θα φανεί!
Σε λίγο φαινόταν. Θα ‘ταν από καμιάν άλλη αποστολή πριν από μας.
Κοντεύαμε σ’ ένα ρέμα. Ακούμε μιαν εξαντλημένη γυναικεία φωνή που καλόυσε. Κοιταχτήκαμε μες στα μάτια.
Μας τράβηξαν προς τη φωνή. Σε λίγο τη βρήκαμε. Ήταν μια Χριστιανή. Τα φουστάνια της ήταν κομμένα, πεταμένα δίπλα, απ’ τη μέση και κάτου, σχεδόν γυμνή. Οι δύο γυναίκες που είχαμε μαζί μας τρέξαν κοντά της, μα οι στρατιώτες τις μπόδισαν. Στέκαμε κάμποσα μέτρα αλάργα, και κοιτάζαμε. Ο αρχηγός του αποσπάσματος τη ρώτησε να μάθει. Ήταν σε μια προηγούμενη αποστολή. Αυτή ήταν ετοιμόγεννη, απόβαλε, την παράτησαν εκεί να τυραγνιστεί ώσπου να πεθάνει. Πάνου στα χαμόκλαδα, πηχτά κομμάτια αίμα γυάλιζαν στον ήλιο σα γιούσουρο.
Ο λοχίας έφτυσε με αηδία. Η γυναίκα τραβούσε ένα στρατιώτη απ’ το παντελόνι, να τη σκοτώσει. Αυτός γύρεψε διαταγή. Του είπαν να μην την πειράξει. Έτσι την αφήσαμε ζωντανή και προχωρήσαμε.
[Το Νούμερο 31328, Η. Βενέζη, κεφ. ΣΤ΄, σελ. 101-102]